Μέθοδοι αντιμετώπισης της δυσλεξίας - frodida.gr

Νέοι Μέθοδοι Αντιμετώπισης της Δυσλεξίας

Γράφει Πηνελόπη-Μαρία Αποστολοπούλου, Ψυχολόγος
MSc (Hons) Department of Child Psychology
p.apostolopoulou89@gmail.com

 

Έχει παρατηρηθεί τα τελευταία χρόνια να υπάρχουν αρκετά παιδιά με μαθησιακές δυσκολίες από την πλειοψηφία των παιδιών  οι μαθησιακές της δυσκολίες έγιναν εμφανείς με την άφιξη της στο σχολείο όπως και στα περισσότερα παιδιά . Οι μαθησιακές δυσκολίες ορίζονται ως δυσλειτουργίες που εμφανίζονται στην οργάνωση, την εκφορά , την κατανόηση και την προσέγγιση του  γραπτού και του  προφορικού λόγου. Συχνότερα αυτές οι δυσκολίες εμφανίζονται στα γλωσσικά μαθήματα και λιγότερο στα μαθηματικά. Βασικά της είδη αποτελούν η δυσγραφία, η δυσορθογραφία, η δυσαριθμησία, η δυσαναγνωσία αλλά κυρίως η δυσλεξία. Σπανιότερες είναι οι περιπτώσεις στις οποίες το πρόβλημα εντοπίζεται σε άλλους τομείς, όπως για παράδειγμα στην ακουστική αντίληψη ή στην προφορική διατύπωση, αλλά συνήθως υπάρχουν δευτερογενείς επιπτώσεις, όπως προβλήματα συμπεριφοράς, χαμηλό αυτοσυναίσθημα και συναισθηματικές διαταραχές.

Όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, η ανίχνευση των μαθησιακών δυσκολιών σε ένα παιδί, καθώς και η αντιμετώπισή τους αρχίζει με τη διαπίστωση σχολικής αποτυχίας στις πρώτες κυρίως τάξεις του δημοτικού σχολείου, είναι φανερό λοιπόν ότι δεν υπάρχει θεσμοθετημένη διαδικασία έγκαιρης διάγνωσης και έτσι το παιδί φτάνει στο σχολείο, το οποίο έχει καθορισμένες απαιτήσεις και εκεί εμφανίζεται η δυσλειτουργία.

Παρόλο που υποστηρίζεται ότι είναι εύκολο να αναγνωρίσουμε τα παιδιά που παρουσιάζουν μαθησιακές δυσκολίες, αλλά είναι πολύ δύσκολο να βρούμε λύση στα προβλήματα τους (Σακκάς, 2002) θεωρούμε ότι και η διάγνωση των μαθησιακών δυσκολιών είναι αρκετά δύσκολη, επειδή το πρόβλημα είναι πολύπλοκο και πολλές φορές δεν υπάρχουν εμφανή συμπτώματα, ειδικά στην προσχολική ηλικία. Τα περισσότερα παιδιά με μαθησιακές δυσκολίες εντοπίζονται μετά την είσοδο τους στο σχολείο, όπου με το συγκεκριμένο μαθησιακό πρόγραμμα και τις καθορισμένες απαιτήσεις εμφανίζεται το πρόβλημα. Υπάρχουν όμως πολλές περιπτώσεις που οι μαθησιακές δυσκολίες γίνονται νωρίτερα αντιληπτές, επειδή συνοδεύονται από διάφορα εμφανή συμπτώματα όπως, καθυστέρηση στο λόγο, στο συντονισμό των κινήσεων κ.τ.λ. που συνήθως γίνονται αντιληπτά από τους γονείς του παιδιού. Πολλές φορές όμως χρειάζεται να περάσουν χρόνια, ώστε ο δάσκαλος να αντιληφθεί ότι το παιδί έχει σοβαρό πρόβλημα σε κάποιο μάθημα. Αυτό φέρει σαν συνέπεια, μια σειρά από ανεπιτυχείς εμπειρίες για το παιδί, μέχρι να αναγνωριστεί το πρόβλημα του. Έτσι αποτυγχάνει να έχει μια φυσιολογική επίδοση.

Ωστόσο ο δάσκαλος μέσα στο ρόλο του και την ευαισθητοποίηση του με το χώρο των μαθησιακών δυσκολιών μέσα στην τάξη , μπορεί να βοηθήσει σημαντικά στην ανίχνευσή τους. Οι παράγοντες που μπορούν να ελεγχθούν από το δάσκαλο και στοχεύουν στην αποτροπή της σχολικής αποτυχίας. Σύμφωνα με τους RoseandGravel (2011), πρέπει ο εκπαιδευτικός να δώσει έμφαση στη διδασκαλία σε μικρές ομάδες και στη συνεργατική μάθηση. Ένα ισχυρό όπλο στα χέρια του εκπαιδευτικού είναι τα ομαδικά παιχνίδια μέσω των οποίων το παιδί με δυσλεξία μπορεί να  ενταχθεί ψυχοκοινωνικά στο σύνολο της τάξης με ασφάλεια και σιγουριά. Επιπρόσθετα, οφείλει να διδάξει στο παιδί δεξιότητες μελέτης και αυτοδιόρθωσης και να του δίνει περισσότερο χρόνο για να ολοκληρώσει τις δραστηριότητες. Καθοριστικός είναι ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζουν τα υπόλοιπα παιδιά της τάξης το δυσλεξικό μαθητή. Γι’ αυτό πρέπει ο εκπαιδευτικός να μάθει τους μαθητές να σέβονται τις ιδιαιτερότητές του, να είναι διακριτικοί και να δημιουργήσει ένα κλίμα εμπιστοσύνης, κατανόησης και υποστήριξης (RoseandGravel ,2011).

 Επιπλέον, η χρήση δομημένων πολυαισθητηριακών μεθόδων, όπου το παιδί με μαθησιακές δυσκολίες έχει την ευκαιρία να βλέπει, να  πιάνει και  να γράφει έχει θετικά αποτελέσματα.  Η συνεχής παροχή κινήτρων για την προώθηση του μαθησιακού πεδίου του παιδιού και η δημιουργία ευκαιριών για αποκόμιση όσο γίνεται περισσότερων εμπειριών, μπορεί να οδηγήσουν το δυσλεξικό παιδί σε καλύτερη σχολική επίδοση. Η χρήση των ηλεκτρονικών υπολογιστών ως ένα συμπληρωματικό μέσω διδασκαλίας συμβάλλει στην προαγωγή βασικών σχολικών δεξιοτήτων  που συνυφαίνονται με την ανάγνωση, τη γραφή και τα μαθηματικά (Beech,2011).Επίσης βοηθάει στην αύξηση της προσοχής και στην προσήλωση του μαθητή στην εργασία που κάνει (Underwood, 2000),  στην διευκόλυνση της επικοινωνίας και της αλληλεπίδρασης μεταξύ συμμαθητών , στη δημιουργία κινήτρων για μάθηση (Crompton,&Mann, 1996), στη δημιουργία ευκαιριών για επιπλέον εξάσκηση (Underwood, 2000) και  στην αύξηση της αυτοεκτίμησης (Crompton ,&Mann, 1996).